Ένα καλοκαίρι γεμάτο καύλα

Καλησπέρα . Ονομάζομαι Αλέξης και είμαι 21, 1.83 και 72 κιλά, με μαύρα, σγουρά μαλλιά.

Καιρό τώρα διαβάζω τις ιστορίες και πάντα ήθελα να συμβεί κάτι ωραίο για να γράψω κι εγώ. Και να που έφτασε η στιγμή.

Αρχές Ιουλίου, μόνος την Αθήνα, καθώς όλοι οι φίλοι έχουν επιστρέψει στις πόλεις τους και εγώ με μικρό budget, αποφασίζω να πάω στα Κουφονήσια για camping. Μόνος μου. Κλείνω εισιτήριο και φτάνει η μέρα της αναχώρησης. Μαζί μου μόνο το απαραίτητα. Μαγιό, σορτσάκια, λίγες μπλούζες, μία ζακέτα, σκηνή, sleeping bag και προφυλακτικά (γιατί ποτέ δεν ξέρεις).

Μπαίνω, λοιπόν στο πλοίο και πάω κατευθείαν κατάστρωμα να αράξω. Το πλοίο ξεκινά και εγώ καπνίζω και διαβάζω το βιβλίο μου. Μετά από αρκετές ώρες το πλοίο φτάνει Νάξο. Τότε έρχεται και κάθεται δίπλα μου ένα παιδί γύρω στα 19-20. Ύψος γύρω στο 1.70 κάτι με ωραίο σώμα. Κοντοκουρεμένος. Ξανθός με πράσινα μάτια, τα οποία ήταν γεμάτα απορία. Διστακτικά μου ζητάει τσιγάρο και του προσφέρω. Συστηνόμαστε και με ρωτάει πού πάω.

– Κάτω κουφονήσι του λέω για camping όσο αντέξω. Εσύ;

– Κι εγώ, μου λέει. Κουφονήσια, αλλά δυστυχώς μόνος μου.

– Γιατί; Τον ρωτάω.

– Μου το ακύρωσαν όλοι.

– Κρίμα. Αλλά δες το θετικά. Θα απολαύσεις τη φύση, θα χαλαρώσεις και άμα θέλεις, έρχεσαι να πούμε και καμιά κουβέντα.

Έσκασε ένα χαμόγελο, με ευχαρίστησε και έφυγε να πάει να πάρει τα πράγματά του καθώς το πλοίο έφτανε.

Μετά τα απαραίτητα ψώνια για την επιβίωση μου, ξαναπήγα στο λιμάνι απ’ όπου φεύγει το πλοιράκι για το Κάτω Κουφονήσι. Καθώς περίμενα, ακούω το όνομά μου. Γυρνάω και ήταν ο Αργύρης. Ξαναπιάσαμε την κουβέντα και με τα πολλά περάσαμε απέναντι. Καθώς ήταν νωρίς ακόμα δεν είχε πολύ κόσμο και δε δυσκολεύτηκα να βρω μία απομονωμένη παραλία με σκιά για να στήσω τη σκηνή μου και να κυκλοφορώ όπως μ’ αρέσει. Γυμνός. Να νιώθω νερό και αέρα πάνω στο δέρμα μου. Τσιτσιδώθηκα λοιπόν και πήγα να κάνω την πρώτη βουτιά. Όπως κολυμπούσα, είδα τον Αργύρη να έχει στήσει τη σκηνή στο διπλανό κολπίσκο. Και όπως παρατήρησα ήταν και εκείνος φαν του γυμνισμού.

Ποτέ δεν είχα δει ερωτικά άλλον άντρα, αλλά ο Αργύρης είχε κάτι που με έκανε να αναθεωρήσω. Σώμα άτριχο, καλοσχηματισμένο και γυμνασμένο. Ένιωσα τον πούτσο μου να ερεθίζεται, αλλά γρήγορα έδιωξα κάθε πονηρή σκέψη, καθώς δεν είχα διάθεση για περιπέτειες και από την άλλη με είχε δει και ετοιμαζόταν να έρθει εκεί πού ήμουν. Ευτυχώς δεν κατάλαβε κάτι. Τα είπαμε λίγο και μετά βγήκαμε να στεγνώσουμε καθώς είχε αρχίσει να πέφτει ο ήλιος. Μιλάγαμε περί ανέμων και υδάτων για αρκετή ώρα και πλέον είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Μου προσέφερε μπύρα και φυσικά δέχτηκα. Η μία μπύρα έφερε την άλλη και η κύστη μου δεν άργησε να γεμίσει. Σηκώθηκα και του λέω:

– Πάω να κατουρήσω και έρχομαι.

– Κατούρα εδώ. Σιγά, μόνοι μας είμαστε.

– Δίκιο έχεις.

Γυρνάω πλάτη και αρχίζω να κατουράω. Νιώθω όμως τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Τελειώνω και γυρνάω και τον πιάνω στα πράσα αλλά δε λέω κάτι. Ξανακάθομαι και παρατηρώ ότι η ψωλή του ήταν μισοκαυλωμένη. Δεν έδωσα σημασία. Λίγο η μπύρα, λίγο η φύση, λίγο η συζήτηση που είχε καταλήξει σε γκόμενες και στο σεξ, τον δικαιολόγησα. Μου είχε πει ότι είχε χωρίσει μήνες με την κοπέλα του καθώς εκείνη σπούδαζε Θεσσαλονίκη και εκείνος Κρήτη και τον τελευταίο καιρό ήταν στο ψάξιμο. Μετά από καμιά ώρα σηκώθηκα και πήγα να την πέσω.

Οι επόμενες δύο μέρες πέρασαν χαλαρό στο ίδιο φιλικό κλίμα. Παρατηρούσα βέβαια πώς όλο και με κοίταγε αλλά όχι φιλικά. Δεν έδινα σημασία. Το τρίτο βράδυ, είχε αρκετή ζέστη και από τις μπύρες εγώ είχα ζεσταθεί αρκετά οπότε σηκώθηκα να βουτήξω. Ο Αργύρης ακολούθησε το παράδειγμά μου και βούτηξε και αυτός. Κολυμπάγαμε στα ρηχά και αρκετά κοντά. Ώσπου κάποια στιγμή, νιώθω κάτι να χαϊδεύει τον πούτσο μου. Έκανα ότι δεν καταλαβαίνω κάτι, παρόλο που έβλεπα το χέρι του να κουνιέται. Όταν άρχισα να καυλώνω, εκείνος έσφιξε το χέρι του και του λέω:

– Τι νομίζεις ότι κάνεις ρε;

– Συγγνώμη. Νόμιζα ότι δε θα σε πείραζε. Και έδειχνες να το ευχαριστιέσαι.

– Λογικό είναι του λεω. Αλλά δεν πάω με άντρες.

Έγινε κατακόκκινος και βγήκε από το νερό. Βγήκα κι εγώ και πήγα στην παραλία μου. Όλο το βράδυ σκεφτόμουν αυτό που έγινε, αλλά και αυτό που είδα καθώς ξάπλωνε. Μία τρυπούλα άτριχη, ροζ και πολύ κλειστή. Με αυτή τη σκέψη και με την ψωλή μου πέτρα με πήρε τελικά ο ύπνος.

Ξύπνησα απότομα μόλις είχε αρχίσει να ανατέλλει. Η πούτσα μου πάλι πέτρα. Σηκώθηκα και πήγα δίπλα στην παραλία του. Κοιμόταν μπρούμυτα και ο πρωινός ήλιος έπεφτε πάνω στο κωλαράκι του. Πλησίασα αλλά πάτησα ένα κλαρί και ο ήχος τον ξύπνησε. Γύρισε με είδε και χαμογέλασε. Σηκώθηκε και ήρθε και γονάτισε μπροστά μου. Υπήρξε μία στιγμή απόλυτης αδράνειας και τότε του λέω:

– Τι περιμένεις; Να πέσει μόνη της;

Αυτό ήταν! Τον πήρε με τέτοια επιδεξιότητα που πραγματικά θα μπορούσε να με κάνει να τελειώσω στη στιγμή. Αλλά δεν ήταν μόνο η τεχνική, αλλά το γεγονός ότι πρώτη φορά κάποιος μπόρεσε να πάρει και τα 23 εκατοστά. Μετά από ένα τέταρτο, δεν άντεξα και απελευθέρωσα τα χύσια μίας εβδομάδας μέσα στο στόμα του. Σταγόνα δεν έπεσε στην άμμο. Σηκώθηκε, με φίλησε και μου είπε:

– Σε ευχαριστώ για το πρωινό μου. Η πούτσα σε ξυπνάει καλύτερα από τον καφέ!

Αν σας άρεσε πείτε μου στα σχόλια να γράψω τη συνέχεια.

 

loading...