Η κουμπάρα

Η παρακάτω ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι εν μέρει μέρος της φαντασίας μου. Κάποια στοιχεία και γεγονότα είναι αληθινά. Το σεξουαλικό κομμάτι είναι καθαρά κομμάτι της φαντασίας μου.

Για να μπορέσω, όμως, να σας βάλω στο κλίμα και να αφηγηθώ τα γεγονότα όσο το δυνατόν καλύτερα, θα πρέπει να πάω πίσω αρκετά χρόνια, κοντά στα εφτά. Πριν εφτά χρόνια λοιπόν, αφού ολοκλήρωσα τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, αποφάσισα να μετακομίσω, να μείνω ξανά μόνος και να πιάσω δουλειά, να μπορέσω σιγά-σιγά να μπω στον ίσιο δρόμο, δημιουργώντας οικογένεια και αποκτώντας παιδί, που πάντα ήθελα, σε αντίθεση με το γάμο. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να κάνω μία νέα αρχή στην ζωή μου, να αφήσω πίσω μου την παλιά μου σχέση που είχα, βγάζοντας τελείως από το μυαλό μου, όχι για τις στιγμές, αλλά για τον τρόπο που τελείωσε, διότι ήταν κάτι που με είχε ενοχλήσει, επειδή δεν έμαθα ποτέ το γιατί.

Είπαμε όμως, ήταν και είναι πια παρελθόν και δεν χρειάζεται να κουράζω παραπάνω. Βρήκα ένα σπιτάκι που λέτε στα Ανατολικά της πόλης της Θεσσαλονίκης, έτσι ώστε να είμαι κοντά στο κέντρο και στην νυχτερινή ζωή, κοντά στη δουλειά, κοντά στο γήπεδο της Τούμπας και εύκολα προσβάσιμο. Το διαμόρφωσα, όσο περισσότερο για εργένη άντρα μπορούσα, σύμφωνα με τις ανάγκες μου και πλέον ήμουν έτοιμος για τις εξορμήσεις μου και πάλι. Ο χρόνος περνούσε, η ρουτίνα της καθημερινότητας κλασσική, εγώ προσπαθούσα όσο το δυνατόν περισσότερο να απολαμβάνω την κάθε στιγμή. Δεν με ένοιαζε να μπω σε κάποια σχέση. Βέβαια αν ερχόταν δεν θα έλεγα όχι, αλλά δεν ήταν ο βασικός μου στόχος. Συνέχεια καυλάντιζα, πηδούσα, περνούσα καλά.

Κάποια στιγμή, αφού συμπλήρωσα περίπου ένα χρόνο, χρειάστηκε να αλλάξω δουλειά, στην οποία έμεινα για τέσσερις μήνες. Στο νέο αυτό ξεκίνημα, λοιπόν, ήταν που γνώρισα τη γυναίκα μου. Τη στάμπαρα από την πρώτη στιγμή που την είδα. Την γούσταρα. Έλεγα θα κάνω το παιχνίδι μου και όπου βγει. Αρχίσαμε να έχουμε φιλικές σχέσεις, αλλά εγώ όλο και περισσότερο να την κολλάω. Κάποια στιγμή πρότεινα να πάμε για καφέ, καθώς είχαμε 3 ώρες κενό.

– Θα έρθει και η κολλητή μου η Ανδριάνα, αν δεν σε πειράζει.

– Όχι, δε με πειράζει, απαντάω.

Τι να έλεγα άλλωστε, δεν μπορείς να μπεις ανάμεσα σε δύο κολλητές φίλες. Πρότεινα και σε ένα συνάδελφο και ξεκινήσαμε για ένα καφέ στην παραλία. Κάποια στιγμή που πηγαίναμε στο αυτοκίνητο, με λέει η Κέλλυ:

– Θα σε κάνω κονέ με την κολλητή μου.

– Καλά…

λέω εμφανώς ξενερωμένος. Φτάνουμε στο μαγαζί, έρχεται η Ανδριάνα, η οποία δε με έκανε εντύπωση καθόλου. Βλέπετε, εγώ γουστάριζα την Κέλλυ. Η Ανδριάνα είναι μία κοπέλα με μικρό στρογγυλό στήθος, γαλάζια μάτια και μια υπέροχη κωλάρα. Μιλώντας περί ανέμων και υδάτων πέρασε η ώρα. Περνούσαν και οι μέρες, εγώ είχα ξεχάσει την Ανδριάνα και άρχισα να καμακώνω (με ωραίο τρόπο εννοείται) την Κέλλυ. Ώσπου το κάστρο έπεσε και κάναμε σχέση. Ήθελα να είμαι κύριος, δεν ήταν σκοπός μου να κάνω σεξ ή έρωτα αμέσως μαζί της. Ήθελα να με εμπιστευτεί και να την εμπιστευτώ.

Ο καιρός περνούσε, η Ανδριάνα έμπαινε στην καθημερινότητα μου και η Κέλλυ φυσικά μου είπε ότι θα γίνει κουμπάρα μας, όταν παντρευτούμε. Εμένα δε με ένοιαζε ο γάμος, οπότε είπε ναι, να φύγει από το κεφάλι μου. Γενικά οι σχέσεις μου με την Ανδριάνα ήταν τυπικές έως φιλικές, και αυτό εξαιτίας της Κέλλυ. Στα τόσα χρόνια, όμως, που τη γνωρίζω, η αλήθεια είναι ότι για κάποιο διάστημα δεν ήθελα να την δω μπροστά μου και όσο μπορούσα προσπαθούσα να την αποφεύγω. Μάλιστα, είχα ενημερώσει και την Κέλλυ, η οποία είχε δει το θυμό μου στα μάτια μου και το είχε καταλάβει, οπότε δεν την έπαιρνε να μου πει πολλά. Ο καιρός πέρασε, το θέμα ξεχάστηκε, εγώ μέσα μου ηρέμισα και το άφησα πίσω μου. Είχα να ασχοληθώ με πιο σημαντικά και σοβαρά ζητήματα, οπότε το θεώρησα παιδιάστικο εντελώς, όταν το σκέφτηκα με καθαρό μυαλό.

Ο καιρός άρχισε να ανοίγει, είχαμε μπει στην άνοιξη, όλες οι γυναίκες άρχισαν να ντύνονται πιο ανάλαφρα. Έτσι και η Κέλλυ, έτσι και η Ανδριάνα. Οι συναντήσεις τους ήταν συχνές είτε ερχόταν στο σπίτι είτε βγαίναμε για καφέ όλοι μαζί. Εγώ βέβαια προσπαθούσα να το αποφεύγω, αλλά μάταια. Θα φαινόμουν ξινός και δεν το ήθελα. Τότε ήταν που άρχισαν να αλλάζουν όλα στο μυαλό μου.

Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, η Ανδριάνα ήρθε στο σπίτι μας για καφέ. Με την Κέλλυ ήδη είχαμε συγκατοικήσει, οπότε θέλοντας και μη, έπρεπε να την ανέχομαι. Έτσι τουλάχιστον το έβλεπα μέχρι τότε. Το απόγευμα εκείνο, λοιπόν, η Ανδριάνα φορούσε ένα κολλητό χαμηλοκάβαλο τζιν, ένα πουκάμισο αέρινο ανοιχτό αρκετά στο στήθος και μαύρες γόβες. Συνδυασμός θανατηφόρος για μένα. Λες και το ήξερε η πουτάνα και το έκανε επίτηδες για να με καυλώσει… σκέφτηκα. Οι σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό μου πολλές. Κάποια στιγμή σηκώνεται, πάει προς την τσάντα της και σκύβει να πάρει το κινητό της από μέσα. Εγώ εκείνη την στιγμή πήγαινα προς το μέρος της, ώσπου πέφτω πάνω στο υπέροχο θέαμα. Το τζιν είχε κατέβει και είχε εμφανιστεί η όμορφη κωλάρα της που τη χώριζε στη μέση ένα μαύρο κορδονάκι.

Σα να το ήξερε πραγματικά. Εγώ καύλωσα αμέσως και κοντοστάθηκα. Η Ανδριάνα σηκώθηκε, γύρισε και με κοίταξε. Σίγουρα παρατήρησε ότι καύλωσα γιατί φαινόταν στο σορτσάκι μου. Με κοίταξε, μου χαμογέλασε πονηρά και πήγε κάθισε να συνεχίσει τον καφέ της και το κουτσομπολιό της με την Κέλλυ. Αυτό ήταν. Εκείνη την ώρα γράφτηκε στην λίστα του μυαλού μου με τις γκόμενες που θέλω να πηδήξω. Απλά να την πηδήξω, να την χύσω και τίποτα παραπάνω. Πήγα κάθισα και εγώ, μήπως και δε δώσω στόχο. Η Κέλλυ, όμως, παρατήρησε ότι ήμουν καυλωμένος. Έσκυψε στο αυτί μου και με ρώτησε:

– Καυλωμένος είσαι ή μου φάνηκε;

– Ναι, είμαι…

απάντησα. Δε μπορούσα να το κρύψω, δε μπορούσα να πω ψέματα.

– Πώς και έτσι; Με ρώτησε ξανά.

– Σε σκεφτόμουν πριν που άραζα μέσα και καύλωσα, απάντησα.

Τι να έλεγα; Ότι με καύλωσε η πουτάνα η φίλη σου; Δε γινόταν.

– Τότε, το βράδυ θα με πηδήξεις, μου είπε.

Το βράδυ η Κέλλυ με έβαλε να κάτσω και άρχισε να μου κάνει τσιμπούκι. Εγώ έκλεισα τα μάτια και έφερα στο μυαλό μου την Ανδριάνα. Πήδαγα την Κέλλυ σε όποια στάση μπορούσα και σκεφτόμουν την Ανδριάνα.

Οι μέρες περνούσαν, χωρίς να κάτι το ιδιαίτερο. Το μόνο διαφορετικό ήταν ότι πλέον τον έπαιζα για την Ανδριάνα. Από εκεί που δεν τη γούσταρα, πλέον ήθελα να την πηδήξω. Το καλοκαίρι πλέον είχε φτάσει. Η ζέστη άρχισε να γίνεται όλο και πιο αφόρητη ανάμεσα στα τσιμέντα της πόλης, οπότε τα Σαββατοκύριακα, οι κοντινές εξορμήσεις στο σπίτι στη Χαλκιδική, ήταν όαση δροσιάς και ξεκούρασης.

Κάποια στιγμή, αρχές Ιουλίου, κατάφερα να συνδυάσω μαζί με το Σαββατοκύριακο 3 ρεπό έπρεπε να πάρω, οπότε το πενταήμερο που προβλεπόταν ήταν βάλσαμο στη σωματική μας κόπωση, αφού για την άδεια ήθελα λίγο λιγότερο από ενάμισο μήνα. Ήταν Δευτέρα βράδυ, μετρούσα τις ώρες μέχρι Τρίτη απόγευμα που θα ξεκινούσαν, σαν τους φαντάρους που περιμένουν να περάσουν οι μέρες να πάρουν το χαρτί. Κάποια στιγμή μου λέει η Κέλλυ:

– Μωρό μου, σε πειράζει να έρθει και η Ανδριάνα μαζί μας στην Χαλκιδική;

Με έπιασε εξ απροόπτου με την ερώτηση της. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα, καθώς θα μπορούσα να την βλέπω με το μαγιό και να παίρνω δουλειά για το βράδυ.

– Εγώ τι θα κερδίσω; Τη ρώτησα.

– Ότι θες, μου απαντάει.

– Να μου πάρεις μία πίπα, της απάντησα αμέσως.

Ήθελα να μου πάρει και ένα τσιμπούκι, από αυτά τα τέλεια που κάνει, για μου φύγουν οι καύλες. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, σκύβει, τον βγάζει έξω και μου κάνει πίπα μέχρι που έχυσα ποτάμια σπέρματος στο στόμα της.

– Λοιπόν, να έρθει; Ρώτησε.

– Και όχι να πω, εσείς τα έχετε κανονίσει, απάντησα για να μη δώσω και στόχο. Επομένως, ας έρθει. Αύριο στις 7 αναχωρούμε πες της.

Την επόμενη το απόγευμα, στις 7 ήταν σπίτι μας με την βαλίτσα της. Ντυμένη με ένα σορτσάκι και ένα καλοκαιρινό μπλουζάκι. Φορτώσαμε τα πράγματα στο αυτοκίνητο και φύγαμε για τη Χαλκιδική. Φτάσαμε στο σπίτι κατά τις 8 και μισή, οπότε δεν προλαβαίναμε να πάμε για βουτιά. Άλλωστε το γνωρίζαμε. Μπήκαμε, τακτοποιηθήκαμε και αράξαμε στο μπαλκόνι να πιούμε ένα κρασάκι. Η επόμενη μέρα πέρασε ήρεμα, με πολύ άραγμα και βουτιές στην θάλασσα για να δροσιστούμε. Δε δόθηκε κανένα δικαίωμα από κανέναν. Κάποια στιγμή την Πέμπτη το απόγευμα χτυπάει το κινητό της Κέλλυ. Αφού απαντάει και μιλάει, καταλαβαίνω ότι είναι κάποια συνεργάτιδα της. Κλείνοντας το τηλέφωνο λέει:

– Γαμώτο, πρέπει να πάω αύριο πρωί Θεσσαλονίκη και να γυρίσω το απόγευμα. Η τάδε έχει θέμα και πρέπει να πάω. Θα της πάρω τα διπλά, όμως, της το ξεκαθάρισα.

– Μαλακία παίχτηκε, απαντάω. Αλλά δεν έρχομαι μαζί σου, πάρε το αμάξι και πήγαινε.

– Ούτε εγώ έρχομαι απαντάει η Ανδριάνα. Θα κάτσω εδώ να λιώσω στον ύπνο και μετά να πάρω τον κουμπάρο να έρθουμε στη θάλασσα.

– Να πάτε να χεστείτε…

μας λέει και πήγε να βουτήξει. Το βράδυ, όταν πήγαμε να ξαπλώσουμε, εμένα με πιάσανε οι καύλες μου. Άρχισα να φιλάω και να αγγίζω την Κέλλυ και σιγά-σιγά να την γλείφω. Έσκυψα χαμηλά, ανάμεσα στα πόδια της και άρχισα να γλείφω το μουνάκι της και να γεύομαι τους χυμούς της. Παράλληλα της έβαζα δάχτυλο και ο συνδυασμός αυτός την είχε καυλώσει πάρα πολύ, με αποτέλεσμα να βογκάει δυνατά. Άρχισα να την πηδάω με δύναμη και πάθος, κάνοντας την να μη μπορεί να κρατηθεί και να βγάζει μικρές κραυγές.

Τελειώσαμε και οι δυο μαζί ταυτόχρονα και πέσαμε για ύπνο, γυμνοί και αγκαλιασμένοι, όπως ήμασταν. Το πρωί η Κέλλυ ετοιμάστηκε, με φίλησε και έφυγε. Συνέχισα να κοιμάμαι, χωρίς να δώσω σημασία ότι ήμουν γυμνός. Κάποια στιγμή ξύπνησα να πάω τουαλέτα, γιατί αλλιώς θα έσκαγα. Όπως γυρνούσα στο δωμάτιο, πέρασα έξω από την πόρτα του δωματίου της Ανδριάνας, δωμάτιο που είναι το δίπλα από το δικό μου με την Κέλλυ και αν δεν κλειδώσεις την πόρτα, ανοίγει με ένα μικρό και απαλό αεράκι. Κάτι το οποίο είχε γίνει. Δεν ξέρω αν ήταν ψιλοανοιχτή όταν πήγα τουαλέτα, αλλά μέσα στην νύστα μου ούτε το είχα καταλάβει. Ασυναίσθητα ή επίτηδες κοίταξα μέσα, χωρίς να σκεφτώ ότι ήμουν γυμνός και σε οποιαδήποτε στραβή θα γινόμουν ρεζίλι και θα έδινα κάθε δικαίωμα. Εμένα, όμως, με έτρωγε να κοιτάξω. Και τότε την είδα. Η Ανδριάνα ξάπλωνε φορώντας μόνο ένα λευκό κορδονάκι και είχε σκεπασμένα τα πόδια της μέχρι τα γόνατα.

Όπως ήταν φυσιολογικό και επακόλουθο καύλωσα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιασα τον πούτσο μου και άρχισα να τον παίζω αργά-αργά, απολαμβάνοντας το θέαμα. Κάποια στιγμή η Ανδριάνα άλλαξε στάση και πλέον μου έδειχνε το στήθος της. Εγώ συνέχισα να τον παίζω, αφού είχα παραδοθεί στην ομορφιά του κορμιού της και στην καύλα μου με είχε κυριεύσει. Επόμενο ήταν να μην αντιληφθώ ότι είχε ξυπνήσει και με κοιτούσε. Δεν έκανε κάποια κίνηση, δεν είπε κάτι, απλά με έβλεπε να τον παίζω. Κάποια στιγμή κουνήθηκε και εγώ κατάλαβα ότι ξύπνησε. Τι και πως, δεν ξέρω, απλά την είδα να έχει ανοιχτά τα μάτια.

Πήγα στο δωμάτιο μου αμέσως, μπήκα μέσα και έκλεισα την πόρτα, χωρίς να πω τίποτα, κάνοντας ότι δεν έγινε κάτι. Κόντευα να σκάσω, ήθελα να κλείσω τα μάτια μου και να τον παίξω για πάρτη της. Περίμενα να περάσουν μερικά λεπτά και όπως ήμουν ξαπλωμένος, άρχισα να τον παίζω. Ξαφνικά, ακούω την πόρτα να χτυπάει:

– Κουμπάρε, κοιμάσαι, είσαι μέσα; Ακούω την Ανδριάνα να ρωτάει.

– Ναι, ξύπνησα, μπες.

Μέχρι να μπει, εγώ είχα προλάβει να σηκωθώ λίγο πιο πάνω στο κρεβάτι και να σκεπάσω τον καυλωμένο πούτσο μου με το σεντόνι, παρακαλώντας να μην το δει, για να μη δώσω δικαίωμα για πριν. Μπήκε μέσα φορώντας το κορδονάκι της και μία λευκή μπλούζα. Κάθισε δίπλα μου και μου είπε:

– Ξέρεις, πριν σε είδα που με κοιτούσες.

– Συγνώμη, δεν ήθελα να.. πρόλαβα να ψελλίσω.

– Δεν πειράζει, μου είπε. Μου άρεσε που σε καύλωσα και τον έπαιζες για μένα. Άλλωστε στο χρωστούσα για χθες, που δε μ’ αφήσατε να κοιμηθώ.

Εγώ έμεινα σαν χαζός να την κοιτάζω. Νόμιζα ονειρεύομαι.

– Βλέπω, όμως, ότι δεν ηρέμισες και στεναχωριέμαι…

μου είπε και με μια κίνηση, πέρασε το χέρι της μέσα από το σεντόνι και μου έπιασε τον πούτσο. Άρχισε να τον παίζει σιγά-σιγά και μου είπε:

– Να σε βοηθήσω;

– Ναι… απάντησα.

Συνέχισε να μου τον παίζει, ώσπου πήρε το σεντόνι από πάνω μου και άρχισε να μου παίρνει τσιμπούκι. Τον έβαζε στο στόμα της και με κοιτούσε με τα υπέροχα μάτια της στα μάτια. Η πουτάνα, ξέρει να κάνει τσιμπούκι και μου το έδειχνε. Με τσιμπούκωνε αρκετά, δεν ξέρω για πόσο. Σηκώθηκε και άρχισε να με φιλάει στο στόμα. Την πήρα αγκαλιά, της έβγαλα την μπλούζα και την ξάπλωσα. Άρχισα να την φιλάω και να της γλείφω το κορμί. Σιγά-σιγά κατέβαινα όλο και πιο κάτω. Της έβγαλα το εσώρουχο και την άφησα γυμνή. Το μουνάκι της δεν είχε ίχνος τρίχας και μύρισε υπέροχα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άρχισα να τη γλείφω. Με τα δάχτυλα μου έπαιζα με την κλειτορίδα της και με τη γλώσσα μου την έγλυφα και γευόμουν τα υγρά της.

Αφού χόρτασα από τα υπέροχα υγρά της, ανέβηκα πάνω της, άρχισα να τη φιλάω και χωρίς να χάσω χρόνο έβαλα στο μουνάκι της σιγά-σιγά τον πούτσο μου.

– Αχ… ναι, γάμα με…

είπε. Άρχισα να την πηδάω σιγά-σιγά. Με αργές κινήσεις. Τη φιλούσα και της δάγκωνα τα χείλη. Όσο περνούσα η ώρα, τόσο περισσότερο καύλωνα. Δε θα άντεχα για πολύ. Μερικές κινήσεις ακόμα και έφτασε η στιγμή να χύσω. Βγήκα από μέσα της, τον έπιασα στα χέρια μου και άρχισα να χύνω πάνω της και να φωνάζω:

– Χύνω μωρή πουτάνα.. Σε χύνω.

Έπεσα πάνω της να πάρω μερικές ανάσες. Δεν είχα σκοπό να τελειώσει έτσι. Ανέκτησα τις ανάσες μου και τις δυνάμεις μου. Σηκώθηκα, πήγα πάνω στο πρόσωπο της και την έβαλα να το γλείψει πάλι. Αυτό ήταν, δεν άργησα να καυλώσω ξανά. Την έστησα στα τέσσερα και άρχισα να τη γλείφω. Αφού την έγλειψα για όσο έπρεπε, έπαιξα λίγο τον πούτσο μου και πλέον ήμουν έτοιμος να την ξεσκίσω. Να την πηδήξω τόσο δυνατά και άγρια, για να ξεχρεώσει όλες τις φορές που με καύλωσε και τον έπαιξα για πάρτη της. Μπήκα μέσα και άρχισα να την πηδάω με δύναμη.

Φώναζε και βογκούσε από καύλα και πόνο. Εγώ προσπαθούσα να αντέχω σωματικά και όσο πιο πολύ φώναζε, τόσο πιο πολύ έπαιρνα δύναμη και την πηδούσα με πιο πολύ δύναμη.

– Πουτάνα, θα πληρώσεις για όλα τώρα, της έλεγα.

– Σκίσε με, έτσι, γάμα με την πουτάνα. Είμαι πουτάνα και αξίζω άγριο γαμήσι…

έλεγε σε συνδυασμό με βογγητά. Την σήκωσα και την έβαλα να με πάρει πάλι τσιμπούκι.

– Σήκω πουτανάκι, θα σε πηδήξω στα όρθια…

της είπα, την πήρα από το χέρι και την πήγα στο σαλόνι. Την έστησα στα όρθια στο μεγάλο παράθυρο που είχε θέα στη θάλασσα και στην περιοχή, αφού το σπίτι είναι ψηλά σε ένα λόφο. Την έβαλα να λυγίσει λίγο τα γόνατα και να πετάξει έξω την κωλάρα της. Για λίγο παρατήρησα το υπέροχο θέαμα του ανοιγμένου μουνιού της. Έπιασα τον πούτσο μου, πήγα από πίσω της και άρχισα να της τρίβω στην τρύπα της τον πούτσο μου.

– Γάμησε με, σε παρακαλώ, δεν αντέχω…

φώναζε. Δεν άργησα και κάρφωσα τον πούτσο μου στο ανοιγμένο της μουνάκι. Άρχισα να την πηδάω με δύναμη και με τα χέρι μου σιγά-σιγά να ανοίγω στην σχισμή της υπέροχης της κωλάρας. Είχα σκοπό να της πηδήξω και τον κώλο, να την ανοίξω και την πίσω πόρτα. Όπως είχα ανοίξει με τα χέρι μου τον κώλο της και έβλεπα την τρυπούλα του, έφτυσα και άρχισα με τον αντίχειρα να τη χαϊδεύω και σιγά-σιγά να βάζω μέσα το δάχτυλο μου.

– Μην πεις κουβέντα, θα σου ανοίξω και τον κώλο, της είπα πριν προλάβει να πει κάτι.

– Αχ, όχι… θα πονέσω, απάντησε.

– Δε με ενδιαφέρει, απάντησα αμέσως. Είσαι η πουτάνα μου σήμερα και θα σε ξεσκίσω και τον κώλο.

Έβγαλα τον πούτσο μου, πήρα υγρά από το μουνί της με την γλώσσα μου και τα δάχτυλα μου και άρχισα να γλείφω την τρύπα του κώλου της για να χαλαρώσει. Άρχισα να βάζω σιγά-σιγά μέσα τον αντίχειρα. Ήταν έτοιμος για γαμήσι. Σηκώθηκα, έπιασα τον πούτσο μου και άρχισα σιγά-σιγά να τον βάζω στον κώλο της. Άρχισε να βογκάει και να πονάει. Το έδειχνε και το έλεγε. Με υπομονή και θέληση, ο πούτσος μου μπήκε αρκετά βαθιά. Άρχισα σιγά-σιγά να της πηδάω τον κώλο και όσο περνούσε η ώρα να δυναμώνω τις κινήσεις μου.

– Αχ, έτσι γαμιά μου, έτσι πουτσαρά μου… αχ, πήδα με, άνοιξε μου την κωλάρα. Είμαι μια πουτάνα και γαμιέμαι μαζί σου…

φώναζε. Όσο μου τα έλεγε αυτά, τόσο περισσότερο δυνάμωνα τις κινήσεις μου και την πήδαγα όλο και πιο δυνατά. Της ξέσκιζα τον κώλο για ώρα, ώσπου ένιωσα ότι ερχόταν η στιγμή να χύσω και πάλι. Την έστησα στα γόνατα, τον έπιασα και άρχισα να τον παίζω πάνω στην γλώσσα της. Χωρίς να πω κάτι, άρχισα να χύνω στο στόμα της και στο πρόσωπο της. Τον έπιασε και άρχισε να καταπίνει ότι μπορούσε και μου γλείφει τον πούτσο. Καθάρισε ότι είχε απομείνει. Αράξαμε στον καναπέ, γυμνοί όπως ήμασταν. Σηκώθηκα και έκανα καφέ να πιούμε. Εγώ, όμως, ένιωθα ότι δεν είχα ξεκαυλώσει τελείως. Άρχισα να τον παίζω. Με είδε και ρώτησε:

– Κουμπάρε, τι κάνεις εκεί;

– Στήσου στα τέσσερα να σε πηδήξω άλλη μια φορά, απάντησα.

Σαν καλό πουτανάκι που είναι και χωρίς να χάσει ευκαιρία στήθηκε. Πήγα από πίσω της και άρχισα να την πηδάω, με όση δύναμη είχα. Άλλωστε ήθελα να την ξεσκίσω. Ίσως να μην ξανά είχα την ευκαιρία. Την πηδούσα για ώρα. Όταν ήρθε η ώρα να χύσω και πάλι, βγήκα και πήγα μπροστά της. Τον έβαλα στο στόμα της και άρχισα να αδειάζω τα αρχίδια μου άλλη μια φορά στο στόμα της. Σαν καλό και υπάκουο πουτανάκι, τα κατάπιε και μπήκε να κάνει ένα ντουζάκι για να πάμε στην παραλία.

Ήταν η μοναδική φορά που την πήδηξα και μπορώ να πω ότι το ευχαριστήθηκα. Δεν επιχείρησα άλλη φορά, αν και ήθελα. Ούτε και αυτή άλλωστε. Δεν ήξερα αν το ήθελε. Πάντως το ευχαριστηθήκαμε και οι δύο και είναι ένα μυστικό που έχουμε κρατήσει.

loading...

loading...