Στην παραλία

Ήταν μια τέλεια ημέρα του Ιουλίου σε μια τέλεια παραλία.

Δεν είχε πολύ κόσμο (είχα πάει άλλες δύο φορές και συνήθως είχε οικογένειες με παιδιά αλλά σήμερα είχε καμιά δεκαριά άτομα).

Έφτασα αρκετά νωρίς το πρωί, έστρωσα την πετσέτα μου σ’ ένα ψιλο ερημικό σημείο πίσω από κάτι βράχια. Έβγαλα κατευθείαν τη φούστα κι έμεινα με το μαγιό μου, έτοιμη για ηλιοθεραπεία. Μετά από λίγη ώρα ένιωσα να νυστάζω και γύρισα μπρούμυτα για να μαυρίσει και η πλάτη μου και έλυσα το μαγιό για να μην έχω σημάδια. Συνήθως κάνω γυμνόστηθη, αλλά η συγκεκριμένη παραλία δεν ήταν για γυμνιστές. Κρίμα.

Συνειδητοποίησα ότι ήθελα να βάλω λάδι και άπλωσα το χέρι μου για να πιάσω την τσάντα μου.

– Θες βοήθεια;…

ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. Κοίταξα πάνω και είδα μια απίστευτα σέξι γυναίκα, γύρω στα 40, ξανθιά με γαλάζια μάτια, υπέροχο σώμα και απίστευτο μαύρισμα.

– Λοιπόν;

– Γιατί όχι, απάντησα. Το λάδι είναι στην τσάντα μου.

Βρήκε το μπουκάλι, πήρε λίγο στα χέρια της και άρχισε να μου το απλώνει στην πλάτη. Το άγγιγμα της ήταν απίστευτα ερεθιστικό. Πρώτη φορά με άγγιζε γυναίκα με τέτοιο τρόπο. Είχα αρχίσει να καυλώνω. Γύρισα, την κοίταξα και μου έδωσε το πιο ζεστό της χαμόγελο..

Ανέβηκε πάνω μου και συνέχισε το μασάζ στην πλάτη μου με απαλές αισθησιακές κινήσεις. Είχα χαθεί στην απίστευτη αίσθηση.

Μου είπε να γυρίσω και το έκανα κατευθείαν. Αντίκρισε το γυμνό στήθος μου και ήρθε δίπλα μου ψιθυρίζοντας μου στο αυτί «καύλα…». Εκείνη τη στιγμή όλα και όλοι γύρω μου έπαψαν να υπάρχουν. Δε μ’ ένοιαζε καθόλου που ήμουν εκτεθειμένη στους άλλους λουόμενους.

Οι ρώγες μου καύλωσαν με το απαλό αεράκι και με τα λόγια της. Ξεκίνησε να μαλάζει το στήθος μου. Είχα τρελαθεί από καύλα και μου ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός. Με κοίταξε μ’ ένα βαθιά ηδονικό βλέμμα και με φίλησε στο στόμα. Κόντεψα να χύσω επιτόπου.

– Μ έχεις καυλώσει τρελά… της είπα.

– Κι εσύ μωράκι μου…

μου απάντησε συνεχίζοντας να μου χαϊδεύει το στήθος. Άνοιξα τα πόδια μου κι εκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη ξεκίνησε να μου χαϊδεύει το μουνάκι πάνω απ το μαγιό. Αυτό συνεχίστηκε για ένα βασανιστικό δίλεπτο ώσπου με μια απότομη κίνηση μου έβγαλε το κάτω μέρος και με φίλησε εκεί. Προσηλώθηκε στην κλειτορίδα μου κι ενώ εγώ έδινα τιτάνια μάχη να μην ουρλιάξω από ηδονή.

Μου έβαλε δυο δάχτυλα ενώ με το άλλο της χέρι μου χάιδευε το στήθος. Έχυνα σαν τρελή. Ένιωθα τους χυμούς μου να κυλάνε στο χέρι της… κανένας μέχρι τώρα δε μ’ είχε κάνει να νιώσω έτσι. Έγλειφε το μουνάκι μου σε κοινή θέα. Δεν άντεξα άλλο, με τον δεύτερο απανωτό οργασμό μια κραυγή βγήκε απ τα χείλη μου.

– Αχ… μωρό μου!

– Αυτό το μουνάκι θέλω να το πάρω σπίτι…

μου είπε. Ακόμα τρέμοντας απ τον πρόσφατο οργασμό της απάντησα ξεψυχισμένα.

– Ότι θες… οτιδήποτε!

– Πάμε κάπου που να μη μας βλέπουν;

Κοίταξα γύρω μου και είδα έναν κύριο γύρω στα εβδομήντα να μας κοιτάει μ’ ένα βλέμμα καυλωμένο και αποχαυνωμένο.

– Ναι, κάπου όπου θα μειωθούν οι πιθανότητες να προκαλέσουμε εγκεφαλικά!»

Χαμογέλασε και μου είπε…

– το σπίτι μου είναι δύο λεπτά από ‘δω. Πάμε;

– Ναι.

– Α! Με λένε Χρύσα.

– Λίτσα! Χάρηκα.

– Κι εγώ. Πολύ!

Συνεχίζεται…

loading...